Ο τουρκικός αναθεωρητισμός και τα ελληνικά αντανακλαστικά

γράφει ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης*

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία – Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η Τουρκία, γνωρίζουσα καλώς τους κανόνες που συνάδουν με το διεθνές πολιτικό γίγνεσθαι και που παραπέμπουν στην επιβολή των όρων, όχι του δικαίου, αλλά της ισχύος, προσανατολίζεται σταθερά προς αυτόν τον κανόνα, επιχειρώντας κατά ταύτα σε αυτή τη χρονική στιγμή να παραβιάσει διαδηλωτικά την ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η αποστολή από την Αγκυρα σεισμογραφικού σκάφους σε περιοχή ελληνικής θαλάσσιας ζώνης αποσκοπεί στη δοκιμή των ενεργών αντανακλαστικών του ελληνικού κράτους ως προς τη θέληση και ικανότητά του να υπερασπιστεί, με τα μέσα που επιβάλλει η διεθνής πολιτική, την κυριαρχία και τη θαλάσσια επικράτειά του.

Εάν η Τουρκία αισθάνεται και αντιλαμβάνεται ότι η ελληνική κρατική οντότητα δεν διαδηλώνει διά της παρουσίας της την ικανότητα υπεράσπισης της επικράτειάς της, αγνοούσα εν τοις πράγμασι την τουρκική στοχοθεσία και θεωρούσα πως προασπίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο την ειρήνη, τότε υπάρχει πρόβλημα αμυντικής πολιτικής και προβολής των αναγκαίων εκείνων μέσων που συνάδουν απολύτως προς την αποτρεπτική πολιτική έναντι της τουρκικής επιθετικότητας. Τούτο, δε, γιατί η ειρήνη δεν διαφυλάσσεται διά της ενόχου σιωπής, αλλά διά της ενεργού προβολής εκείνων των μέσων που στέλλουν το μήνυμα στον επιβουλέα πως το κόστος του θα είναι μεγαλύτερο από το όφελός του εάν δοκιμάσει οτιδήποτε.

Ειδικότερα, η αποστολή του σεισμογραφικού σκάφους «Οruc Reis», τη συγκεκριμένη ημέρα, αντανακλά μια συνειδητή μηνυματική συνυποδήλωση, αφενός επιβουλής του χώρου και αφετέρου ταυτοχρόνως παραπέμπουσα στις δραματικές στιγμές των Ιμίων, όπου και καθιερώθηκε, δυστυχώς για την ελληνική πολιτική και το ελληνικό κράτος, η παράσταση των «γκρίζων ζωνών». Επιπροσθέτως, με την παραπάνω κίνηση η Τουρκία επιχειρεί την περαιτέρω εμπέδωση του παρανόμου μεν, υπαρκτού δε τουρκολιβυκού μνημονίου οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών.

Σε συνάφεια των ανωτέρω και με δεδομένες επόμενες νέες κινήσεις αμφισβήτησης της ελληνικής θαλάσσιας κυριαρχίας, στο ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου Ελλάδας – Τουρκίας, το στρατηγικό πλεονέκτημα θα το έχει ο αμυνόμενος, εφόσον γνωρίζει εν προκειμένω πως επίκειται επίθεση, στον βαθμό που έχει εντάξει αυτή την τουρκική πολιτική στις αναμενόμενες ως επερχόμενες κινήσεις της Αγκυρας, και εξ αυτού του γεγονότος η προετοιμασία αμυντικής θωράκισης και επαρκούς στρατιωτικής και στρατηγικής αντίδρασης θα είναι άρτια.

Η Αθήνα, ευρισκόμενη εδώ και πολλές δεκαετίες υπό τη διαρκή απειλή του τουρκικού επεκτατισμού, ο οποίος πλειστάκις εκδηλώθηκε με διάφορους τρόπους (γνωστού τούτου), σαφώς οφείλει να έχει προετοιμαστεί, όχι μόνο σε στρατιωτικό, αλλά και σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο για την εκδήλωση ενός ορατού ενδεχομένου τουρκικής επεκτατικής κίνησης.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι ΗΠΑ, ο αποκαλούμενος διεθνής παράγων και η Ε.Ε., η οποία κινείται ανυπάρκτως και ασαφώς, δεν πρόκειται να παρέμβουν επιχειρώντας να ανακόψουν την επεκτατική ορμή της Αγκυρας, αλλά θα προστρέξουν κατόπιν εορτής για να παρακινήσουν τα δύο μέρη να προχωρήσουν σε συνομιλίες, έτσι ώστε να υπάρξει μία, τρόπον τινά, διευθέτηση εν είδει αποκλιμάκωσης της κατάστασης. Πιθανότατα οι πιέσεις που θα ασκηθούν θα είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό προς την Αθήνα, η οποία κατά παράδοση είναι εφεκτική πιέσεων και λιγότερο προς την Τουρκία, η οποία προβάλλει ως ανεξάρτητη μεταβλητή, εμπεδώνοντας το προφίλ του ισότιμου προς μεγάλες δυνάμεις αδιάλλακτου παράγοντα.

Επομένως, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως πρέπει μόνοι και μετά συμμάχων να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και νικηφόρα την πιθανώς επερχόμενη επεκτατική κίνηση της Αγκυρας έναντι της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Δεν πρέπει να έχουμε ψευδαισθήσεις. Ο διεθνής παράγων δεν εμφανίζεται στη σύγκρουση, αλλά μετά τη σύγκρουση και καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να τακτοποιήσουν τις σχέσεις τους. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία να γνωρίζουμε είναι ότι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μετά από μία κρίση ή ένοπλη αντιπαράθεση, τους όρους τους θέτει ο νικητής και μόνο, δηλαδή αυτός που έχει τις μικρότερες απώλειες σε σχέση με τον άλλο. Ο διεθνής παράγων έρχεται να επισφραγίσει τη συμφωνία που προήλθε από τους όρους που έθεσε η νικώσα δύναμη.

Το γεγονός πως στην Τουρκία αποφασίζει ο εις και μόνος (ο Ερντογάν) και με δεδομένη την παραδοσιακά εμπεδωμένη υποταγή του λαού στην ηγεσία του άνευ αντιρρήσεων, αυτό παρατίθεται ως πλεονέκτημα για την ικανότητα και την ταχύτητα κινήσεων στη λήψη αποφάσεων, εν προκειμένω της αναθεωρητικής δύναμης, όπως η Τουρκία. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου η δημοκρατικότητα του συστήματος λήψης αποφάσεων επιφέρει συνήθως καθυστερήσεις, που θα μπορούσαν να αποβούν και μοιραίες. Δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιο, δεδομένης της αυταρχικής διακυβέρνησης της Τουρκίας από τον έναν και μόνο, πως δεν θα έχει εσωτερικές διαρροές και αντιδράσεις, ιδιαιτέρως από το κουρδικό στοιχείο, το οποίο αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα του τουρκικού συστήματος.

Η Αθήνα οφείλει να γνωρίζει πως οι κινήσεις της Τουρκίας εξαρτώνται από τον βαθμό και την αξιοπιστία της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος, όπως εκπέμπεται έναντι του τουρκικού παράγοντα. Δεν επιτρέπεται επ’ ουδενί ο εφησυχασμός, ενώ επιβάλλονται στρατηγική και αποφασιστικότητα.

REAL.GR