Χάγη: Παγίδα ή μονόδρομος;

γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Φίλης*

* Εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου

Η ελληνική κυβέρνηση, αλλά και μέρος του πολιτικού κόσμου, επαναφέρει στη δημόσια σφαίρα την προοπτική προσφυγής στη Χάγη, προκειμένου να διευθετηθούν οι χρόνιες διαφορές μας με την Τουρκία. Η άποψη αυτή έχει ένθερμους υποστηρικτές, αλλά και σφοδρούς πολέμιους. Υπάρχει, όμως, εναλλακτική στη Χάγη ή πώς αλλιώς θα μπορούσαν να επιλυθούν οι ελληνοτουρκικές διαφορές; Ακούω και διαβάζω με ενδιαφέρον τη θέση ότι, ανοίγοντας τώρα αυτό το ζήτημα, στέλνουμε μήνυμα αδυναμίας στην Αγκυρα, ότι δηλαδή αντιδρούμε σπασμωδικά στην επιθετικότητά της, εκφράζοντας την επιθυμία να αποδεχθούμε ακόμη και μια κακή λύση, προκειμένου να αποφύγουμε τα χειρότερα. Οι επικριτές της Χάγης υποστηρίζουν εξίσου ότι η άλλη πλευρά θα μας σύρει στη Χάγη και θα μας επιβάλλει μια ατζέντα πέραν υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με γκρίζες ζώνες, αποστρατιωτικοποίηση νησιών, εναέριο χώρο. Καταλήγει, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι μέσα από μια τέτοια διαδικασία μόνο χαμένοι θα βγούμε.

Ναι μεν συμμερίζομαι την ανησυχία τους, αλλά οφείλω να επισημάνω τα εξής: Πώς θα καταφέρει η Τουρκία να μας υποχρεώσει να αποδεχθούμε τη συμπερίληψη θεμάτων που η ίδια εγείρει μεν συστηματικά αλλά η Αθήνα δεν αναγνωρίζει; Του συνυποσχετικού, όπου καταγράφονται οι θέσεις των δύο μερών, προηγείται είτε ένα ναυάγιο των διμερών διαβουλεύσεων είτε μια συμφωνία για το πλαίσιο εντός του οποίου καλείται το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης να αποφανθεί. Ακόμη και αν καταλήξουμε ότι μας χωρίζει άβυσσος και έστω ότι στο συνυποσχετικό η Τουρκία επιχειρεί να θέσει επιπλέον ζητήματα, επ’ ουδενί δεν σημαίνει ότι θα συνηγορήσουμε. Επίσης, αν οι αγεφύρωτες διαφορές μας (όπως τουλάχιστον διαπιστώνονται σήμερα) δεν μπορούν να διευθετηθούν μέσω ενός διεθνούς δικαστηρίου, τότε ποιος άλλος τρόπος προκρίνεται; Η διμερής εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση, χωρίς εμπλοκή τρίτων, όπου, καθότι στη βάση της πολιτική, προσμετρώνται περισσότεροι διάφοροι συντελεστές ισχύος που συν τω χρόνω ενδυναμώνουν την άλλη πλευρά; Συμπληρωματικά, η Ελλάδα, η οποία έχει ως γνώμονα της πολιτικής της το διεθνές δίκαιο, τι έχει να φοβηθεί από αυτό; Ακόμη και για διπλωματικο-πολιτικούς λόγους, και ενώ η Λευκωσία προσέφυγε μονομερώς στη Χάγη, κυρίως για να εκθέσει την κακότροπη και επιλεκτική επίκληση από μεριάς Αγκυρας διαφόρων νομολογιών του Διεθνούς Δικαστηρίου, η Αθήνα δεν μπορεί να εμφανίζεται φοβική απέναντι στην ετυμηγορία του.

Οπωσδήποτε, σήμερα δεν συντρέχουν στοιχειώδεις προϋποθέσεις για προσφυγή στη Χάγη, τόσο γιατί προηγούνται η επανενεργοποίηση των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και η επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών, όσο και δεδομένου ότι η Αγκυρα δεν αποδέχεται τη δικαιοδοσία του. Τεχνικά είναι κάτι πολύ δύσκολο και χρονικά είναι κάτι που μπορεί να πάρει πάρα πολύ χρόνο. Οπότε η Χάγη δεν είναι μια διαδικασία στην οποία, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, δεν θα οδηγηθούμε στο προβλεπτό μέλλον. Είναι, όμως, το λογικό τέλος της διαδρομής. Εκτός εάν προτιμούμε να μένουμε δέσμιοι αφενός εθνικών μαξιμαλισμών (δεν αναφέρομαι ασφαλώς σε κυριαρχικά μας δικαιώματα αλλά π.χ. στον βαθμό επήρειας συγκεκριμένων νησιωτικών συμπλεγμάτων) αλλά και μιας Τουρκίας, που, ασκώντας μας συνεχές bullying, προσβλέπει σε υποχωρήσεις και σταδιακή αποδυνάμωση των θέσεών μας.

Χρειάζεται, όμως, να πείσουμε την Τουρκία ότι το κόστος γι’ αυτήν από τη μη προσφυγή θα είναι μεγαλύτερο από αυτό της ετυμηγορίας του δικαστηρίου. Πρέπει, λοιπόν, εξαντλώντας τα περιθώρια, να προβούμε άμεσα σε ενέργειες όπως η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών με Ιταλία και κυρίως Αίγυπτο, η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μας στο Ιόνιο και νοτίως της Κρήτης, με κλείσιμο κόλπων και γραμμών βάσης, και η ενίσχυση της αποτρεπτικής μας ισχύος. Εφόσον και μόνο καταφέρουμε να οριοθετήσουμε τμηματική ΑΟΖ με το Κάιρο, θα πρέπει να ορίσουμε συντεταγμένες στον ΟΗΕ σε απάντηση της αντίστοιχης κίνησης της Τουρκίας στις 13 Νοεμβρίου 2019. Επίσης, θα πρέπει να πείσουμε τους συμμάχους μας για την αναγκαιότητα να πιέσουν και αυτοί την Αγκυρα, προτάσσοντας ότι αυτό θα ήταν προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας και ειρήνης. Οι συσχετισμοί λαμβάνονται υπ’ όψιν και, όπως αποδείχθηκε από την υπόθεση της Λιβύης, η ελληνική διπλωματία έχει να διανύσει πολύ δρόμο. Τυχόν παρέμβαση των ΗΠΑ για την αποκλιμάκωση της έντασης θα πρέπει να μη συνδυαστεί με κάποιου είδους μορατόριουμ, όπου η Τουρκία δεν θα θέσει σε ισχύ το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο και εμείς σε αντάλλαγμα θα απόσχουμε ενεργειών, όπως αυτές που περιγράφονται παραπάνω. Τέλος, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τη δικαστική διευθέτηση και μεταξύ περισσότερων όμορων κρατών, συμπεριλαμβανομένων των Λιβύης και Αιγύπτου.

REAL.GR