Περί διαλόγου

Μαρίνος Γιάννης

Σε κάθε περίπτωση κοινωνικής αναταραχής και έντονων αντιπαραθέσεων οι ψυχραιμότεροι συνιστούν λύση των διαφορών με διάλογο. Πολύ λογικά, αφού αυτό συνιστά τη μόνη διέξοδο στη δημοκρατία. Το ερώτημα όμως είναι τι συνιστά διάλογο. Ο κοινός νους απαντά ότι η κάθε πλευρά εκθέτει τα επιχειρήματά της και η μία πείθει την άλλη και πάντα καλοπίστως και με αμοιβαίες υποχωρήσεις προσπαθούν να συναντηθούν κάπου στη μέση.

Δυστυχώς, εδώ στην Ελλάδα διάλογος έχει καταντήσει να σημαίνει δύο μονολόγους μεταξύ κωφών. Μάλιστα, προτού αρχίσει, συχνά η μία ή καμιά φορά και οι δύο πλευρές δηλώνουν ότι οι θέσεις τους είναι αδιαπραγμάτευτες. Οπότε φυσικό είναι να μην υπάρχει περιθώριο αμοιβαίων υποχωρήσεων και επομένως συνεννόησης.

Άκρως απαράδεκτο και επικίνδυνο είναι και όταν η όποια κυβέρνηση, για να ηρεμήσει κάποια διαμαρτυρόμενη τάξη, διεξάγει (νεοελληνικό) διάλογο, δηλαδή ακούει τα διάφορα «αδιαπραγμάτευτα» αιτήματα όσων την πιέζουν, υπόσχεται κάποιες ρυθμίσεις για τις οποίες αποδέχεται και χρονοδιάγραμμα και μετά πετάει σε κάποιο συρτάρι αυτά που έχει συμφωνήσει και που συνήθως είναι και μη πραγματοποιήσιμα ή ασύμφορα για τον τόπο, ελπίζοντας ότι οι αιτούντες θα ξεχάσουν τις υποσχέσεις της. Και είναι δυστυχώς διόλου πειστικοί οι κυβερνώντες οι οποίοι συνήθως επικαλούνται οικονομική αδυναμία, μολονότι προηγουμένως είχαν υποσχεθεί πράγματα που ήξεραν ότι δεν θα υλοποιούνταν. Καθώς, δε, έχουν διδάξει τον λαό να συμπεριφέρεται ως ένα πεισματάρικο παιδί που θέλει εδώ και τώρα να του αγοράσουν οι γονείς του τον ουρανό με τ’ άστρα ενώ το ταμείο της οικογένειας είναι άδειο, δεν τολμούν πια να του πούνε τη σκληρή αλήθεια. Δηλαδή ότι και η προηγούμενη γενναιοδωρία (που κακόμαθε τους αποδέκτες της) γινόταν από άδεια ταμεία και με δανεικά, και κατά συνέπεια κακώς γίνονταν οι παροχές, και ότι με την άσωτη πολιτική του παρελθόντος έχει υπερχρεωθεί η χώρα μας.

Η αδυναμία σοβαρού διαλόγου γίνεται ακόμα πιο έντονη από το γεγονός ότι όλες οι κυβερνήσεις, ενώ είναι ειλικρινείς στη δήλωσή τους ότι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις όποιες απαιτήσεις, εμφανίζονται ταυτόχρονα γενναιόδωρες προς προκλητικά ευνοούμενες κατηγορίες της κοινωνίας (όπως π.χ. οι φοροφυγάδες, οι λαθρέμποροι, οι καταχραστές του δημόσιου χρήματος, οι υπεξαιρούντες τον ΦΠΑ, οι μη εξοφλούντες τα χρέη τους, οι συντεχνίες των κρατικών μονοπωλίων, οι γεωργικοί συνεταιρισμοί, οι ποδοσφαιρικές εταιρείες που συνήθως ανήκουν σε μεγιστάνες του πλούτου, οι πολυεκατομμυριούχοι αστέρες του μπάσκετ ή οι ιδιοκτήτες γιοτ ή πολυτελών αυτοκινήτων που εισάγονται με διάφορα κόλπα αποφεύγοντας να πληρώσουν τους προβλεπόμενους φόρους και δασμούς).

Αυτά έγραφα μεταξύ άλλων στο «Βήμα» της 26ης Ιανουαρίου 1997, δηλαδή πριν από 22 χρόνια, και δυστυχώς τίποτα δεν άλλαξε έως σήμερα, εκτός από μια λιγότερο πιεστική εκδήλωση των διεκδικήσεων, καθώς η πρωτοπόρος σε παράλογα αιτήματα και γενναιοδωρίες Αριστερά βρέθηκε στην εξουσία. Και η οποία, δυστυχώς, πολύ φοβάμαι ότι θα θυμηθεί και πάλι τον παλιό εριστικό και διεκδικητικό εαυτό της ως αντιπολίτευση. Σχετικό προανάκρουσμα των επαπειλουμένων υπήρξαν οι καταδρομικές επιδόσεις του «Ρουβίκωνα» ή των κουκουλοφόρων που ρίχνουν βόμβες μολότοφ και οι πρώτες εμπρηστικές δηλώσεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.

ΤΟ ΒΗΜΑ