«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου…»*

11

Οι περίοδοι τεχνητών οικονομικών κρίσεων θεωρούνται οι πλέον κατάλληλες για την ανατροπή εσωτερικών συσχετισμών εξουσίας

Aπό τον Νίκο Παπουτσόπουλο

Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να εκχωρήσει στη γείτονα μιαν ονομασία ιδιαίτερα ευαίσθητη και εμβληματική για την ελληνική Ιστορία, τις θυσίες και τους αγώνες, τον πολιτισμό και την παράδοση, σε κλίμα ανησυχίας και ταραχής, καθώς έχουν πληθύνει διεκδικήσεις και προκλήσεις με ύποπτες στρεβλώσεις της Ιστορίας, βλέψεις ή αλυτρωτικά κινήματα και άλλων φίλων γειτόνων και συμμάχων. Σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό της ΠΓΔΜ Νίκολα Γκρούεφσκι (ο πρόγονος του οποίου, Νικόλαος Γρούιος, είχε πολεμήσει ως στρατιώτης του Ελληνικού Στρατού κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου), «δεν αμφισβητούμε την κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδος αλλά της Μακεδονίας».

Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να προσφέρει στην ΠΓΔΜ πολύτιμα δώρα άνευ ουσιαστικού ανταλλάγματος για την ένταξή της στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, «για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και τις αρχές και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης, που καθοδηγούνται από το πνεύμα και τις αρχές της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και της αξιοπρέπειας».

Στο πνεύμα αυτό, ακριβώς, οι διαπραγματεύσεις για την απονομή του όρου «Μακεδονία» ως παραγώγου συστατικού ονόματος άλλου κράτους πρόκειται να προχωρήσουν και να ολοκληρωθούν, άσχετα με την άποψη των πολιτών και τη γνώμη του ελληνικού Κοινοβουλίου.
Η πολιτική τάξη συχνά ακολουθεί προσφιλείς πρακτικές για την αντιμετώπιση εθνικών θεμάτων, όπου προτάσσονται κομματικές αντιπαραθέσεις, οικονομικά ισοδύναμα, διόγκωση αόριστων κινδύνων, με αποτέλεσμα να οδηγεί έντεχνα τον ελληνικό λαό σε ήττες, αποκλεισμούς και ταπεινώσεις με φθηνές δικαιολογίες, διασπορά φοβικών διλημμάτων, ιδεολογήματα, προκαταλήψεις και ψευδομαρξιστικά φληναφήματα.

Με την αρωγή συμμάχων και εταίρων έχει σύρει τη χώρα σε δεσμεύσεις και μακρές οικονομικές περιπέτειες. Οι περίοδοι τεχνητών οικονομικών κρίσεων θεωρούνται οι πλέον κατάλληλες για την ανατροπή εσωτερικών συσχετισμών εξουσίας, τις άμεσες και ύποπτες επεμβάσεις από τον διεθνή παράγοντα και τα αλλοδαπά κέντρα λήψης αποφάσεων για την τύχη και την πορεία μιας χώρας. Θεμελιακές αρχές, η ισότητα, η προώθηση της δημοκρατίας, το κράτος δικαίου, η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η προαγωγή της κοινωνίας και των όρων διαβίωσης και πρόσβασης στα αγαθά και στις υπηρεσίες, εκφυλίζονται με την επιβολή παράλογων οικονομικών μέτρων, στόχων εξωπραγματικών, ελέγχων, δεσμεύσεων και παραχωρήσεων, που επεκτείνονται στα αγαθά της εθνικής κληρονομίας, της Ιστορίας και της παράδοσης.

Η συμφωνία, την οποία ασμένως υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου η ΠΓΔΜ να απολαύσει άμεσα τα οικονομικά ευεργετήματα και τις επενδύσεις, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική των αγορών, προβλέπει πως τα δύο κράτη «δεσμεύονται από τις διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και ιδιαίτερα εκείνες που αναφέρονται στην υποχρέωση των Κρατών να απέχουν στις διεθνείς τους σχέσεις από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε Κράτους», προκειμένου «να ενισχύσουν ένα κλίμα εμπιστοσύνης και καλών γειτονικών σχέσεων στην περιοχή, να θέσουν μόνιμα τέλος σε οιεσδήποτε εχθρικές συμπεριφορές που τυχόν επιμένουν και συμφωνώντας για την ανάγκη να απέχουν από κάθε είδους αλυτρωτισμό και αναθεωρητισμό».

Ωστόσο, το έβδομο άρθρο της «συμφωνίας για το Σκοπιανό» αναφέρει πως τα δύο μέρη «αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους “Μακεδονία” και “Μακεδόνες” αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά. Αναφορικά με το πρώτο μέρος (Ελλάς), «με τους όρους αυτούς νοούνται όχι μόνο η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του πρώτου μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο ελληνικός πολιτισμός, η Ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα». Αναφορικά με το δεύτερο μέρος (Σκόπια), «με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους Ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά του πρώτου μέρους».

Με την αποδοχή του όρου «Μακεδονία», και ιδιαίτερα την εκχώρηση «μακεδονικής» ιθαγένειας και «μακεδονικής» γλώσσας, οι δύο πλευρές συντηρούν διαθέσεις αλυτρωτισμού και αποχρώσεις διχαστικές (Ελληνοκύπριοι/Τουρκοκύπριοι ύστερα από την τουρκική εισβολή στα 1974), καθώς οι πολίτες και των δύο πλευρών διεκδικούν ιστορική συνέχεια (όπως το κράτος του Ισραήλ -κατά τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης το 1947 σε δύο διαφορετικά κράτη, σύμφωνα με τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τη θρησκεία κάθε μέρους- διεκδίκησε την ιστορική του συνέχεια με τα αρχαία βιβλικά κράτη, το έπος και οι μύθοι των οποίων κατέχουν κεντρική θέση στην ιουδαϊκή θρησκεία και τη μνήμη). Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξαν από τα πλέον ευπρόσβλητα τμήματα του έθνους αλλά και από τα ιδιαίτερα ενεργά σε επαναστατικές δράσεις, με σημαντικές απώλειες. Ο οθωμανικός ζυγός είχε εξαναγκάσει πολλούς Ελληνες να εγκαταλείψουν την πάτρια γη και να μετοικήσουν σε μεγαλύτερα αστικά κέντρα ή να μεταναστεύσουν.
Ωστόσο, παρά τις ταλαιπωρίες και τις δυστυχίες, κατόρθωσαν να αναδειχθούν ενεργοί παράγοντες της οικονομικής και πνευματικής αναγέννησης του έθνους, όπως ακριβώς είχαν ανθήσει η πνευματική ζωή και οι τέχνες στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία τον 12ο αιώνα, ύστερα από την άλωση και την καταστροφή της από τους Νορμανδούς (1185). Οι κατακτητές θανάτωσαν 7.000 από τους κατοίκους της και, όπως περιγράφει ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, οι πρωτοφανείς λεηλασίες, οι σφαγές, οι αιχμαλωσίες, οι βαρβαρότητες και οι ιεροσυλίες είχαν συνεχιστεί ακόμη και στον πάνσεπτο Ναό του Αγίου Δημητρίου, όπου οι Νορμανδοί στάβλιζαν τα άλογά τους.

Παρόμοια λεηλασία είχε γνωρίσει και η Κωνσταντινούπολη από τις σιδερόφρακτες φάλαγγες των Λατίνων στη διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας και ενώ ο λαός «είχε συγκεντρωθεί άοπλος να τους προϋπαντήσει, κρατώντας σταυρούς, λειψανοθήκες και εικόνες προκειμένου να κατευνάσει τη διάθεση των αποτρόπαιων ξένων», «οι υπομνήσεις της χριστιανικής πίστης διόλου δεν μετέστρεψαν το φρόνημα των κατακτητών, ούτ’ ένα χαμόγελο δε φάνηκε στα χείλη τους, το απροσδόκητο θέαμα διόλου δεν μετάλλαξε το στυγνό τους βλέμμα, τη μανιασμένη ορμή, τον χάλκινο αυχένα, το αλαζονικό μυαλό, το υπερφίαλο φρύδι, το πάντα ξυρισμένο μάγουλο, αγένειο σαν νεανίσκου, το φιλαίματο χέρι, τα οργίλα ρουθούνια, το μετέωρο μάτι, το άπληστο σαγόνι, την άστοργη γνώμη, την τορή και τροχαλή, διαπεραστική και τραχεία, λαλιά που μόνο που δεν χόρευε στα χείλια τους. Επεσαν με τα μούτρα σε πλιάτσικο αναίσχυντο, αρχίζοντας απ’ τα κάρα, τις άμαξες και τα χειραμάξια. Αρπαξαν όχι μόνο τα χρήματα και τα κοσμήματα του κόσμου, αλλά επίσης και τα ιερά σκεύη και τα εικονίσματα!» (Γαβριήλ Ν. Πεντζίκης). Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει τη «μακεδονική» γλώσσα, τη «μακεδονική» ιθαγένεια στους γείτονες κατά τη διάρκεια πανηγυρικής τελετής, σε επίσης συμβολικό τόπο, στις Πρέσπες, όπου οι μνήμες στεφάνους πλέκουν με τα ρίγη της λίμνης που ενώνει την Ελλάδα, την Αλβανία και την ΠΓΔΜ. Μνήμες που πρόσφατοι αγώνες και θυσίες για να μείνει αναλλοίωτη η εθνική φυσιογνωμία των Μακεδόνων έφεραν πιο κοντά «την πλατειά και απόμακρη του ονείρου τη γη», τη μυθική γη του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.

Μνήμες, έπη και αφηγήσεις και κατορθώματα ηρωικά, που ευλαβικά έκρυψε το απαράμιλλο κάλλος της ελληνικής γης, ανάμεσα στους θρύλους και την ποίηση: «Σε κλαίει ο λαός. Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι/ Στον τόπο, που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλληκάρι./ Πανάλαφρος ο ύπνος σου του Απρίλη τα πουλιά/ Σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά,/ Και να σου φτάνουν του χειμώνα οι καταρράχτες,/ Σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες./ Πλατειά του ονείρου μας η γη και απόμακρη. Και γέρνεις/ Εκεί και σβεις γοργά./ Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατειά τη δείχνεις, και τη φέρνεις/ Σαν πιο κοντά!» (Κωστής Παλαμάς).

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ