Αρβανίτες: Οι γνωστοί-άγνωστοι της ελληνικής ιστορίας

18

Γράφει ο Αριστοτέλης Παλαιολόγος, ιδιωτικός υπάλληλος

Ο τίτλος είναι δηλωτικός για αυτή την πληθυσμιακή ομάδα που όλοι έχουν ακούσει, όλοι ξέρουν λίγο-πολύ κάποια σκόρπια πράγματα, άλλοτε σαν στερεότυπα άλλοτε πραγματικά, αλλά ελάχιστοι έχουν μελετήσει σοβαρά την ιστορία της και την όποια συνεισφορά της στην νεότερη ιστορία μας. Το άρθρο είναι φυσικά μια συνοπτική προσέγγιση του θέματος ,όχι μόνο μέσα από ένα στενό ιστορικό ή γλωσσολογικό πλαίσιο αλλά μέσα από τους τεράστιους φακούς της εθνολογίας, αν και ένα ιστορικό άρθρο όπως και να το κάνεις εκ των πραγμάτων είναι περιορισμένο και ένα τέτοιο θέμα προφανώς και δεν εξαντλείται εδώ .

Γενικά, κάθε φορά τέτοιες ημέρες  πολύς  λόγος γίνεται  σχετικά   με τους Αρβανίτες ή αλβανόφωνους αγωνιστές του 1821. Η συζήτηση αυτή ξεκινάει  βασικά από διόλου ευγενή κίνητρα και πάντα με γνώμονα την νομιμοποίηση κάποιων είτε αριστερίστικων ιδεοληψιών, κυρίως, οι οποίες έχουν ως βάση τους την αποδόμηση της ελληνικής ιστορίας και τον εθνομηδενισμό είτε από την αντίθετη κατεύθυνση χρησιμοποιώντας μία αυθαίρετη ευσεβοποθίστικη τάση η οποία βασίζεται σε προπαγανδιστικά υπερεθνοκεντρικά κηρύγματα, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η αυθαιρεσία και η διαστρέβλωση στην εξέταση των ιστορικών δεδομένων.

Ας δούμε τα πράγματα με την σειρά λοιπόν.

Κατά την διάρκεια του 11ου αιώνος ήδη αλλά περισσότερο από τον 14ο αιώνα και μετά άρχισαν αθρόες μεταναστεύσεις αλβανικών φύλων από την κεντρο-νότια Αλβανία προς διάφορες κατευθύνσεις . Ένα ρεύμα αυτών κατευθύνθηκε κατά τον 14ο αιώνα προς την Θεσσαλία αρχικά και μετά απλώθηκε στην υπόλοιπη νότια Ελλάδα .Άλλοι κατέληξαν στην Ήπειρο και Αιτωλία .Συνήθως έρχονταν προς τον ελλαδικό χώρο κατόπιν προσκλήσεων από διάφορους τοπικούς δεσπότες της περιοχής όπως, επί ηγεμονίας των Ιταλών Ατσαγιόλι και άλλων Φράγκων ηγεμόνων κατά τον 14ο -15ο αιώνα στην περιοχή της Αττικο-βοιωτίας προς ενίσχυση του πληθυσμιακού στοιχείου ,του Θεόδωρου Παλαιολόγου αρχές του 15ουαιώνα στην Πελοπόννησο κ.λ.π πάλι για να ενισχύσει με αυτές τις ομάδες και τον πληθυσμό αλλά και την αγροτική και αμυντική δραστηριότητα. Πρέπει να πούμε όμως ότι  οι περιοχές στις οποίες κατέβαιναν δεν ήταν πάντα υπο παρακμή αλλά συνέβαινε και το αντίθετο, όπως φράγκικες πηγές αναφέρουν.

Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι πολλά πρώϊμα αρβανιτοχώρια έγιναν και σε στρατηγικές διαβάσεις της εποχής(τα Δερβένια επι Τουρκοκρατίας) και του χώρου όπως αυτά της βορειοδυτικής Αττικής ή της Ανατολικής Κορινθίας και γενικά σε μέρη που από την Φραγκοκρατία και μετά απέκτησαν μια στρατιωτική αξία . Όπως συνάγεται από τις διάφορες εισχωρήσεις αυτών στον νότιο ελλαδικό χώρο και τις μετακινήσεις τους αυτοί πρέπει να ήταν ένα ικανό ποσοστό του πληθυσμού του νότιου ελλαδικού χώρου τότε αλλά όχι τόσο ώστε ν’ ανατρέψουν την εθνολογική δομή του τότε ελλαδικού πληθυσμού. Ο λόγος όμως που έγινε αυτό δεν είναι μόνο το αριθμητικό στοιχείο αλλά υπάρχουν και άλλοι παράγοντες. Ένας από αυτούς ήταν ότι αργότερα με την επιβολή της οθωμανικής κυριαρχίας, πολλοί από εκείνους εγκατέλειψαν την χώρα για άλλους προορισμούς ,όπως Σικελία και Καλαβρία (το ίδιο συνέβη και με τους Μανιάτες) , χωρίς βέβαια να αποκλείουμε και τις εσωτερικές τότε μετακινήσεις των φύλων αυτών και εντός του ελλαδικού χώρου αφού αποτελούσαν την κύρια στρατιωτική δύναμη των πολλών τοπικών δεσποτών είτε Φράγκων είτε Ελλήνων και διώκονταν πιο εύκολα από τους Τούρκους κατακτητές ,αν δεν εξισλαμίζονταν.

Προέλευση

Οι Αρβανίτες ή αλβανόφωνες πληθυσμιακές ομάδες  του ελλαδικού χώρου προήρχοντο από τις περιοχές της νότιας Αλβανίας αλλά και της Βορείου Ηπείρου. Το όνομά τους το πήραν διότι το κεντρικό σημείο εξόρμησής τους ήταν η περιοχή του όρους Άρβανον  και το όνομα Αλβανοί κυρίως το απέκτησαν χάρη των λογίων της μεσαιωνικής περιόδου από την  αρχαία πόλη της περιοχής που ήκμασε επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ονόμαζαν «Αλβανόπολις» (σημ. Ελβασάν) .Έτσι άρχισε να καθιερώνεται το όνομα «Αλβανίτης» με το οποίο συσχετίστηκε και το «Αρβανίτης» αφού σε αρκετούς λαούς εκείνοι ,τότε έδιναν ονόματα αρχαιοπρεπή που είχαν κάποια σύνδεση με τον τότε εκάστοτε γεωγραφικό χώρο. Πρώτα χρησιμοποίησε τον όρο η Άννα Κομνηνή με την «Αλεξιάδα» της τον 11o αιώνα .Οι ίδιοι οι Αλβανοί – Αρβανίτες είχαν αρχαϊκή φυλετική διαίρεση με βασική συλλογική μονάδα την φάρα – φατρία.

Μία άλλη εκδοχή είναι ότι το Αλ-, Ιλ-, Ελ ,Ηλ- σήμαινε για τους Έλληνες το υψηλόν. Εξ’ ου Άλπεις ,Ίλιον, Ήλιος κ.α. Εξ’ αυτού κιόλας ορεσίβια φύλα όχι μόνο στην δυτική βαλκανική ,αλλά και στον Καύκασο αλλά και στην Ιταλία απεκλήθησαν ,Αλ-βανοί ή θα  δούμε ίδιες ονομασίες (Αλβανία στην Κασπία Θάλασσα κ Άλβα Λόγγα στο αρχαίο Λάτιο). Αυτές οι ονομασίες παρέμειναν στο πέρασμα του χρόνου .

Αυτοί οι λαοί όμως (οι Αλβανοί της δυτικής βαλκανικής)ήταν ουσιαστικά τα απομεινάρια των νοτίου κέρατος των Ιλλυρικών φύλων που μέχρι και επί ρωμαϊκής περιόδου κυριαρχούσαν σε όλη την δυτική βαλκανική χερσόνησο.

Με την πάροδο των αιώνων μετά την ρωμαϊκή εποχή και παρά τις διάφορες προσμείξεις αυτά τα ορεινά φύλα διατήρησαν την δική τους κουλτούρα και ιδιοπροσωπία ,όντας απομονωμένα ,χωρίς όμως να αποφύγουν και την ευρύτερη πολιτισμική επίδραση του Βυζαντίου αφού και αυτά είχαν εκχριστιανισθεί πλέον και ανήκαν οργανικά στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η γλώσσα τους αν και καταγόμενη θεμελιακά από εκείνα τα ιλλυρικά φύλα ,όπως θεωρούν αρκετοί ιστορικοί και γλωσσολόγοι ,αφού άλλη αντίστοιχή της δεν έχει και μας είναι άγνωστη βασικά η ιλλυρική, είναι γεμάτη από λατινικά ,ελληνικά και λιγότερο σλαβικά στοιχεία .

Αυτοί οι Αρβανίτες λοιπόν που κατέβηκαν στον ελλαδικό χώρο ,αφού εν τω μεταξύ είχαν αλλάξει άρδην τα διοικητικά και πολιτικά δεδομένα στην  ευρύτερη περιοχή της Αλβανίας αλλά και όλου του δυτικού τμήματος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ήταν μία μείξη νοτίων Αλβανών – Τόσκηδων με Έλληνες Βορειοηπειρώτες με χαρακτηριστικό τους στοιχείο την διγλωσσία διότι μιλούσαν και αρβανίτικα ως την καθημερινή γλώσσα, αλλά σαν γλώσσα επίσημη ,πολιτισμού ,θρησκείας και συναλλαγών είχαν την ελληνική. Τα αρβανίτικά λόγω της αλβανοκρατίας που υπήρχε στην περιοχή για πολλά χρόνια, μετά τον 13Ο αιώνα επεκτάθηκαν και σε ελληνικούς πληθυσμούς στις βόρειες ,ειδικά, περιοχές της Ηπείρου .Αλλά υπήρχε και το θέμα ότι η συγκεκριμένη γλώσσα ευνοείτο και από την γενικότερη πτώση του εκπαιδευτικού επιπέδου λόγω του ότι είναι φτωχή  και κατάλληλη για αγροτο-ποιμένες . Πάντως στις πηγές πολλές φορές οι όροι «Αρβανίτης» και «Τουρκαλβανός» (ο εξισλαμισμένος Αλβανός) ταυτίζονται .

Εγκατάσταση και ένταξη

Μεμειγμένοι ήρθαν στον κυρίως ελλαδικό χώρο (να μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι οι Τόσκηδες ,που είναι το κυρίαρχο φύλο στον  αλβανικό νότο, αρχαιόθεν είχαν δεχθεί τις πολιτισμικές ,φυλετικές και γλωσσικές επιδράσεις του ηπειρωτικού ελληνισμού) και όπου εγκαταστάθηκαν ήρθαν σε άμεση επαφή και πρόσμειξη με τους ντόπιους . Σε περιοχές που ήταν περισσότεροι ποσοτικά μετέδωσαν τα αρβανίτικα (νότια αλβανική διάλεκτος με πολλά αρχέγονα ελληνικά στοιχεία) κ στους γηγενείς ,ενώ όπου ήταν πιο λίγοι ,αυτά χάθηκαν με την πάροδο του χρόνου. Στις πρώτες περιοχές ανήκουν η ορεινή Τριφυλία με τους περίφημους Ντρέδες, τα αρβανιτοχώρια της Δυτικής Αχαϊας και παλιότερα του Παναχαϊκού όρους, ,όλη η ανατολική Αργολίδα ,Αττικοβοιωτία, μεγάλο μέρος της Κορινθίας και άλλες περιοχές. Οι Σουλιώτες που είναι τυπικό δείγμα Αρβανιτών χαρακτηρίζονται από τον Κων. Παπαρηγόπουλο «ως κράμα εξελληνισμένων Αλβανών και Ελλήνων».

Δύο άλλα στοιχεία που συνηγόρησαν στην ελληνικότητά τους ήταν πρώτον, η έντονή σύνδεσή τους με την Ορθοδοξία  που ήταν βασικός ενοποιητικός παράγοντας σε καιρό που η θρησκεία έπαιζε εξέχοντα ρόλο στον ετεροπροσδιορισμό των πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και ήταν κάτι που ένωσε τους γηγενείς πληθυσμούς του ελλαδικού χώρου με τους νεοφερμένους Αρβανίτες και συντέλεσε εντόνως στην αφομοίωση των τελευταίων. Και δεύτερον και κυριότερο η συνείδησή τους που ήταν ουσιαστικά ελληνική-ρωμαίϊκη . Ήταν συστατικό μέρος του ρωμαίϊκου συνόλου και ήξεραν ότι πάνω από την φατρία τους αρχικά και μετέπειτα τον ιδιαίτερο τόπο που κατοικούσαν, ανήγαγαν την ρωμαίϊκη συνείδηση που σταδιακά ταυτίστηκε με την ελληνική. Έτσι ένιωθαν και γι’ αυτό η τουρκοκρατία ήταν ο αποφασιστικός αυτός παράγοντας που επέδρασε  άμεσα στην ελληνικότητά τους.

Ανθρωπολογικά και άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία

Όλα τα παραπάνω δεδομένα επιβεβαιώνονται πανηγυρικά και από την ανθρωπολογική επιστήμη, τα πορίσματα της οποίας είναι αδιαμφισβήτητα και πιο απτά.

Το διναρικό φύλο είχε διεισδύσει στην δυτική βαλκανική με το ιστορικό όνομα των Ιλλυριών απο την περιοχή βόρεια του Καυκάσου ήδη πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια όπου και σταθεροποιήθηκε και την καθόρισε έκτοτε φυλετικά μέχρι τις εισβολές των Σλάβων. Οι Ιλλυριοί δεν ήταν Έλληνες ή συγγενή με τους Έλληνες φύλα όπως νομίζουν κάποιοι . Ήταν καθαρά ξένα φύλα με συγκεκριμένα ευδιάκριτα χαρακτηριστικά και τα οποία είχαν ως νότιο σύνορό τους ανέκαθεν τον Γενούσο ποταμό (σημερινό Σκούμπη) , στην νότια Αλβανία. Ο ευρύτερος χώρος αυτός μέχρι και ένα μεγάλο μέρος της Ηπείρου ήταν πεδίο όπου οι προσμίξεις μεσογειακών Ελλήνων και διναρικών Ιλλυριών ήταν συχνές πέρα από τις καθαρά ιστορικές οριοθετήσεις των διαφόρων φύλων. Πράγμα το οποίο είδαμε και πιο πάνω . Οι Αρβανίτες ήταν τυπικά δείγματα αυτών των προσμίξεων.

Έτσι ,ο Κ. Στέφανος ήδη από το 1911 είχε επισημάνει ότι καμία αρβανίτικη κοινότητα στην Ελλάδα δεν είναι υπερβραχυκέφαλη (χαρακτηριστικό ανθρωπολογικό γνώρισμα των Αλβανών). Παντού ο μέσος κεφαλικός δείκτης κυμαινόταν μεταξύ 80 και 84, με ελαφρά μεν τάση των Αρβανιτών της Αργολίδος προς την υπερβραχυκεφαλία, αλλά με σοβαρότερη απόκλιση των Αρβανιτών της Αττικής ,της Εύβοιας και της Κορινθίας  προς την μεσοκεφαλία. Τα στοιχεία αυτά του κεφαλικού δείκτου, που μέτρησε ο Στέφανος, αρκετά ανόμοια μεταξύ τους ,δεν ήσαν όμως έξω από το φάσμα του ελληνικού κεφαλικού δείκτου.

Άλλωστε η πρόσφατη έρευνα του Θ. Πίτσιου στην Πελοπόννησο επιβεβαίωσε ότι οι εκεί Αρβανίτες , όχι μόνον δεν είναι φυλετικώς διναρικοί, αλλά ότι είναι πολύ «μεσογειακώτεροι» από τους Έλληνες της Ηπείρου.

Η ορθομετωπία ,ας πούμε, είναι γνήσιο χαρακτηριστικό της λεπτοφυούς Μεσογειακής φυλής και βλέπουμε να συναντάται μεταξύ των Αρβανιτών σε ποσοστό 90%, όσο δηλ. και στους λοιπούς Πελοποννησίους , ενώ στους Γκέγκες (βόρειοι Αλβανοί) σε ποσοστό κάτω του 40%. Αυτά και άλλα στοιχεία πείθουν ότι «δεν διαφέρουν οι Αρβανίτες από τους Έλληνες των γειτονικών τους χωριών». Γι’ αυτό και οι Φράγκοι δεν τους διέκριναν ούτε τότε από τους λοιπούς Έλληνες («είναι ένας μόνον λαός», έγραφαν) και τους ξεχώριζαν μόνο από την γλώσσα , αλλά και από την ροπή τους προς την στρατιωτική τέχνη( Μπίρης).

Αυτή η στρατιωτική ροπή των Αρβανιτών , που έκανε τους Φράγκους  να ταυτίζουν το όνομα «αρβανίτης» με το «στρατιώτης», υποδηλώνει μία ιδιαιτερότητα  στην ψυχική ιδιοσυγκρασία τους. Και είναι σήμερα γνωστή μία κάποια ιδιαιτερότητα στον ψυχικό χαρακτήρα των Αρβανιτών, που θεωρούνται αρκετά σκληροί, πείσμονες , και συμφεροντολόγοι. Ο Δ. Καμπούρογλους είχε από παλαιά επισημάνει αυτήν την διαφοροποίηση τους από τους άλλους Έλληνες, μολονότι δεχόταν ότι προήρχοντο από την Ήπειρο – και όχι από την Αλβανία ,όπως οι Τουρκαλβανοί (δηλ. οι εξισλαμισμένοι Αλβανοί). Αλλά και ο Κ. Μπίρης γράφει: «Όπως απέδειξαν με την πολεμική τους τέχνη οι Αρβανίτες , δεν τους έλειπε η ευφυϊα, η έλλειψη όμως ευστροφίας τους έκανε να είναι τραχείς στους τρόπους, επίμονοι και αγύριστοι» (το γνωστό «αγύριστο αρβανίτικο κεφάλι»).

Πολλά ονόματα δισύλλαβα, ή άλλα που τελειώνουν στις καταλήξεις , -έκας, έσης ,έζας,-όλιας-ούλιας , είναι καθαρά αρβανίτικα και μάλιστα παρατηρείται και το φαινόμενο που ενισχύει την ελληνικότητα τους ,ότι ,περίπου από τον 18Ο αιώνα και μετά ,έδιναν αρχαιοελληνικά ονόματα στα παιδιά τους δείχνοντας την ταύτισή τους με το έθνος των Ελλήνων. Η αδιαμφισβήτητη εθνική τους συνείδηση εκδηλώθηκε με το πέρασμα των χρόνων και επισφραγίσθηκε από το αίμα σπουδαίων αγωνιστών και οπλαρχηγών κατά την περίοδο της Εθνεγερσίας. Ο Οδ. Ανδρούτσος, ο Α. Μιαούλης και όλοι οι Υδραιοσπετσιώτες ,ο Πλαπούτας , οι Μποτσαραίοι ,οι Τσαβελαίοι, ο Κριεζώτης και πολλοί  άλλοι Αρβανίτες πολέμησαν «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία».

 Ενδεικτική βιβλιογραφία:
«Η Καταγωγή των Ελλήνων, του Δ. Δημοπούλου» ,εκδ. «Ελεύθερη Σκέψις»

«ΕΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ ΟΔΗΓΟΣ», του Γ. Γεωργαλά, εκδ. «Ερωδιός»

Μπίρης, Κώστας. Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού, η ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών,

«ANΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ» ,του Θ.Κ ΠΙΤΣΙΟΣ, εκδ. Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος

http://lastpoint.gr/