Καζαντζάκης η ταινία της εβδομάδας

    31

    Ο βίος του σημαντικού και σεβαστού Έλληνα λογοτέχνη συναντά ακόμη ένα κινηματογραφικό «όραμα» του σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή.

    Κάθε βιογραφικό ενός καλλιτέχνη έχει μια μελανή στιγμή. Ένα λάθος, μια καταστροφική αστοχία, κάτι που ο χρόνος δεν θα επουλώσει ποτέ. Μια τέτοια ταινία είναι ο «Καζαντζάκης». Και ξεκινώ ευγενικά. Διότι τούτο το έργο μπορεί να παρομοιαστεί ακόμη και με… γενοκτονία.

    Πρωτίστως, απαιτείται μια εννοιολογική επανεξέταση της ορολογίας του είδους της «ταινίας περιόδου» (ή «εποχής»). Έτσι ονομάζουμε μια ταινία που επιχειρεί να απεικονίσει πιστά μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Για να γίνει αυτό, το έργο πρέπει να παρακολουθήσει, να καταγράψει μια ολόκληρη κοινωνία, να αναπλάσει την ατμόσφαιρα, το ιστορικό περιβάλλον, τον τρόπο ζωής, ένα πλήρες «μωσαϊκό» το οποίο θα αποτελέσει το background των ηρώων. Αν δεχτούμε (προσωρινά) ότι ο «Καζαντζάκης» είναι ένα φιλμ που περιέχει ήρωες / χαρακτήρες, από νωρίς θα παρατηρήσουμε πως αυτοί… δεν διαθέτουν κανένα background! Όπως και οι περισσότερες παραγωγές τούτου του μαρτυρικά βασανιζόμενου genre στην πατρίδα μας, το θέαμα επί της μεγάλης οθόνης αποτυπώνει μονάχα την έλλειψη ουσιαστικού budget ή σοβαρής προσπάθειας και γνώσης για την ανασύσταση μιας εποχής, στοιχεία τα οποία βαραίνουν με ακόμη μεγαλύτερες ευθύνες όταν πρόκειται για βιογραφική ταινία, και μάλιστα με τόσο ονομαστό ήρωα (που από μόνος του αρκεί για να προσελκύσει το μαζικό κοινό). Στην προκειμένη, η κλασική έκφραση «φύκια για μεταξωτές κορδέλες» αντιπροσωπεύει με τιμιότητα την εικονογράφηση της ζωής του Νίκου Καζαντζάκη. Ευγενικά. Και πάλι.

    Στην πλειονότητα του «Καζαντζάκη», η δράση του φιλμ τοποθετείται εντός… τεσσάρων τοίχων, αδιαφορώντας επιδεικτικά για την ένταξη του Νίκου και της Ελένης (της συζύγου του) σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο επιπροσθέτως στιγματίζεται από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η περίοδος της Κατοχής στην Αθήνα, αλλά και ο Εμφύλιος. Όλα αυτά μας σερβίρονται αποσπασματικά κι ατάκτως ερριμμένα σε μορφή αρχειακού υλικού από επίκαιρα της εποχής, δίχως να υπάρχει ο παραμικρός συνδετικός, φιλμικός κρίκος από πλευράς Σμαραγδή (ακόμη και ο μαυροπινακισμός του συγγραφέα από την Εκκλησία περνάει μέσα από ξώφαλτσες αναφορές διαλόγου ή ανάγνωσης επιστολών!). Σε όποια χώρα κι αν ταξιδέψει ο Καζαντζάκης (με έναν τεράστιο Εσταυρωμένο… πανταχού παρόντα στα εσωτερικά πλάνα), το stock footage, ολίγες επιπόλαιες εικόνες φύσης που «τρυπάνε» από green screen έξω από βαγόνια τρένων ή και κάποια ψηφιακά «εφέ» απείρου κάλλους, αποτυπώνουν και τη φτώχεια αλλά και την ασχετοσύνη του δημιουργού της ταινίας, που οριακά προσβάλλει τον θεατή. Στο, δε, εξωτερικό σε στενάκι της Γερμανίας, προτού ο Καζαντζάκης μπει σε κινηματογράφο (στην Ίριδα της Ακαδημίας, βασικά…) για να παρακολουθήσει ταινία του Παμπστ, η ποιότητα της εικόνας φωνάζει «GoPro, ρε αλήτες;» και σε κάνει να σαστίζεις γι’ αυτό που αντιμετωπίζουν τα μάτια σου. Και πες, ως «δικηγόρος του Διαβόλου», ότι δεν έφτανε το budget για κάτι πιο σοβαρό στην αλλοδαπή. Στην Αθήνα; Που το βλέμμα «εγκλωβίζεται» στις στερεότυπες λήψεις τριγύρω από το Ζάππειο, το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στην πλατεία Κοτζιά, έναν Λουμπαρδιάρη και κάμποσα… ruins (#diplhs); Με ένα τσούρμο κομπάρσων (στις «καλές» περιπτώσεις), ενδεδυμένων «άποψη» βεστιαρίου (νομίζω πως πρόλαβα να μετρήσω τέσσερα στα credits τέλους…). Έκθετο το σύμπαν στο φιλμ, και ενδυματολογικά αλλά και σκηνογραφικά (υπογράφει ο Γιώργος Πάτσας – προσωπικά θα πρόσθετα πολλά θαυμαστικά εδώ). Σπίλωση καριέρας, που έλεγα και στην αρχή…

    Να τολμήσω να κάνω focus στο ζητούμενο «χαρακτήρες»; Που ο Νίκος γράφει τα χειρόγραφα, η Ελένη του τα δακτυλογραφεί, και δίπλα τους… «κομπαρσαρία»; Ο πατέρας τού ανήλικου Καζαντζάκη (Αργύρης Ξάφης), ο Άγγελος Σικελιανός (Νίκος Καρδώνης) και η σύντροφός του Εύα (Αμαλία Αρσένη), ο Γιώργης Ζορμπάς (Θοδωρής Αθερίδης), ο Ζιλ και η Μελίνα (Ζέτα Δούκα, Αλέξανδρος Κολλάτος) είναι τα μοναδικά πρόσωπα που στελεχώνουν (κάπως) τα δρώμενα και το ζεύγος Καζαντζάκη, με το καστ να βρίσκεται πιθανότατα στη χειρότερη στιγμή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, επισημαίνοντας μια ακόμη δική μας απορία: έχουμε τόσο κακούς ηθοποιούς ή χωρίς την παραμικρή σκηνοθετική καθοδήγηση φαίνονται τόσο μέτριοι; Γιατί ο Καρδώνης αφήνεται να μετατρέπει την «εκκεντρικότητα» του Σικελιανού σε «ουράνιο τόξο» αμφι-σεξουαλικότητας; Γιατί ανακαλύπτουμε (έξαφνα) πως η κυρία Δούκα υποδύεται την Μερκούρη αποκλειστικά και μόνο από… τα συμφραζόμενα του διαλόγου (προτού ο Καζαντζάκης επιτρέψει στον Ντασέν να γυρίσει σε ταινία το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται»); Τι είχε πιει ο Αθερίδης, για να αποδώσει τον Ζορμπά ως ένα zen «χυμαδιό» ασυγκράτητου χορευτικού κεφιού; Δεν θα ήθελα να θίξω και τον παράγοντα του μακιγιάζ (κυρίως σε ζητήματα γήρανσης), αλλά ο σκηνοθέτης (μη σου πω και ολόκληρο το επιτελείο) του Καζαντζάκη εξέλαβε ως σώφρονα λύση την ιδέα της εμφάνισης του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου ως έφηβου Καζαντζάκη δίπλα στον… αγέραστο Ξάφη / πατέρα του ομώνυμου ήρωα, με τους δύο ηθοποιούς να είναι σχεδόν συνομήλικοι στην πραγματικότητα; Κανένας από την παραγωγή δεν ήγειρε ενστάσεις στην αντικατάσταση του γηραιού κι ετοιμοθάνατου Καζαντζάκη από τον Στέφανο Ληναίο, έχοντας πάντοτε στο πλάι του τη… νεαρότατη και σχεδόν απαράλλαχτη Καλογήρου; Άλλον άνθρωπο σε κάνει μέσα σε μερικούς μήνες η λευχαιμία (εξακολουθούσαμε να βλέπουμε τον Παπασπηλιόπουλο σε πλάνα που χρονικά τοποθετούνταν κοντά στο φευγιό τού συγγραφέα);

    Ξέχασα την ερμηνεία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου; Όχι. Απλά, θέλω να τον ξεχάσω κυριολεκτικά. Θα μείνω στο σύντομο και θαυμάσιο πέρασμα που έκανε στο «Ένας Άλλος Κόσμος» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Στο οποίο έπλαθε χαρακτήρα μέσα από δύο μικρές σκηνές. Συγκινούσε διαπεραστικά. Ήταν αληθινός. Όχι μονοδιάστατη φιγούρα, χαμένη στο «πουθενά» τού φακού της κάμερας.

    Αποπροσανατολισμένος κι «ακυβέρνητος» μέσα σε έναν ορυμαγδό θεολογικών αναζητήσεων και τσιτάτων σε φωνή off, ο Σμαραγδής δείχνει με τον «Καζαντζάκη» να έχει ξεχάσει και τα όσα γνώριζε περί κινηματογράφου, όσο κι αν τον έχουμε χτυπήσει, εμείς οι κριτικοί, στο παρελθόν. Το φιλμ αποτελεί έναν κακόγουστο εκτροχιασμό αφήγησης, δίχως καμία έγνοια για το σενάριο, σε φάση «διαζυγίου» με την υποκριτική τέχνη, δίχως σεβασμό στα ιστορικά πρόσωπα, με το γραφικόμετρο να κοκκινίζει και να εκρήγνυται από ντροπή. Θα ομολογούσα πως τα κρητικά παξιμάδια γνωστής, ντόπιας φίρμας της νήσου (λέγε με και «τοποθέτηση προϊόντος») ήταν ο τερματισμός του όλου αστείου, όμως ο Σμαραγδής επιφυλάσσει για το φινάλε μια «ουράνια» συνάντηση Καζαντζάκη και Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, η camp φήμη της οποίας θα συνοδεύει τούτο το έργο για πάντα. Ειλικρινά, αυτό που είδαν τα μάτια μου ήταν σοκαριστικά κακό σινεμά. Και άσχετα από το τι πρόκειται να διαβάσετε από τις υπόλοιπες εγχώριες στήλες κριτικής κινηματογράφου, θα ήθελα να προσθέσω ότι οι στιγμές (απολαυστικού) γέλιου ήταν κάμποσες κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής προβολής του φιλμ. Αλλά, ενδεχομένως, να μην γραφτεί πουθενά αλλού αυτό. Πιστεύω ότι δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις προς τους αναγνώστες εδώ…

    Λυπάμαι που έρχομαι σε αυτή τη θέση, αλλά πέραν της ιδιότητας του κριτικού, ακόμη και από τη σκοπιά ενός θεατή που «καταναλώνει» αμέτρητες κινηματογραφικές παραγωγές ετησίως, είναι ανεπίτρεπτο να κάνω (κι εγώ και όλοι μας, μαζί) τα «στραβά μάτια» απέναντι σε τέτοια θεάματα, έχοντας έναν υψηλό πήχη σύγκρισης από δουλειές του εξωτερικού που τοποθετούνται… έτη φωτός μακριά ως καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Δεν είναι μονάχα το «τριτοκοσμικό» επίπεδο της ελληνικής κινηματογραφίας που φταίει, όμως. Το σινεμά απαιτεί και ταλέντο. Η οθόνη δεν γεμίζει με… μαντινάδες, δημόσιες σχέσεις και «καλή καρδιά». Και η ταινία εποχής (με ιστορικά πρόσωπα ή μη) φέρει επιπλέον ευθύνες και απαιτήσεις που καμία «καλή θέληση» δεν δύναται να διασώσει. Ας σταματήσουν οι Έλληνες σκηνοθέτες να βασανίζουν το κοινό, που τα τελευταία χρόνια (το επίσης άθλιο «Ουζερί Τσιτσάνης» αποτελεί πρόσφατο παράδειγμα) υφίσταται κακουχίες «εμπορικών» προδιαγραφών οι οποίες δεν σέβονται κανένα επίπεδο δημιουργίας, ελπίζοντας σε μια εισπρακτική αρπαχτή που θα εξαργυρώνεται και τηλεοπτικώς για έτη πολλά. Ο θεατής του σήμερα μπορεί να ανακαλύψει (ακόμη και μέσα από τηλεοπτικές σειρές) δουλειές καλλιτεχνικού ήθους από κάθε χώρα του κόσμου, που αντιμετωπίζει τούτο το genre με φροντίδα πολιτιστικής κληρονομιάς. Δυστυχώς, για την Ελλάδα αυτή εντοπίζεται μονάχα σε… συντρίμμια αρχαίων μαρμάρων. Ουδείς έχει την ανάγκη για να πληρώσει και να δει… ruins και εντός της κινηματογραφικής αιθούσης.

    ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

    Μετά τον Καβάφη, τον Θεοτοκόπουλο και τον Βαρβάκη, ο Γιάννης Σμαραγδής μετατρέπει τον Καζαντζάκη σε ένα φιάσκο δραματικής βιογραφίας για το σινεμά που ξεπερνά κάθε προηγούμενο… ήττας. Στον τίτλο της ταινίας ολοκληρώνεται κάθε ίχνος σεβασμού και καλλιτεχνικής αξίας. «Στίγμα» αρνητικό για την καριέρα κάθε συντελεστή, το έργο αυτό εκμεταλλεύεται αδειοδοτημένα το όνομα του Καζαντζάκη για να «ευαισθητοποιήσει» τους θεατές και να τους παρασύρει σε μια εμπειρία που κάπου δείχνει μόχθο δουλειάς, όμως δίχως μέσα, επίπεδο παραγωγής, αλλά και – κυρίως – αξία ματιάς σκηνοθετικής. Κοινό του καρα-πατημένου ηλικιακού group των -ήντα, μαθημένο στη φτήνια της (ελεύθερης) ελληνικής τηλεόρασης, δεν θα ξενιστεί ιδιαίτερα και μπορεί να αισθανθεί ψήγματα μιας κάποιας «λεβεντιάς», όχι όμως και να καταλάβει τι ήταν ο Καζαντζάκης (ή να γεμίσει ερωτηματικά, αν υπήρξε ποτέ και αναγνώστης βιβλίου του…). Εάν δεν είστε fans των άνωθεν χαρακτηριστικών, μπορεί να επιχειρήσετε να το δείτε για τους… λάθος λόγους! Δεν είναι τόσο camp, αλλά προσφέρει (και) στιγμές… έξαλλου κεφιού. Μαζί με την εύλογη απόγνωση (η δίωρη διάρκεια της ταινίας είναι αισθητή τουλάχιστον εις το διπλούν!). Στο σκοτάδι το άραχνο, απλά σιωπάς.

    http://freecinema.gr/